To Top
07:54 Σάββατο
22 Φεβρουαρίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
We ’ll always have Paris
ΑΡΧΙΚΗΑΠΟΨΕΙΣΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ "Φ" • We ’ll always have Paris
  13 Ιανουαρίου 2020, 10:20 πμ  
«Είναι τόσο σπάνιο πια για µια κυρία να λαµβάνει ένα κλειστό φάκελο µε το ταχυδροµείο» σκέφτηκε η Ιουλία Παλαιολόγου Ουίλσον παρατηρώντας µ’ ενδιαφέρον τα γραµµατόσηµα της Γαλλικής Δηµοκρατίας. Ήτανε τόση η περιέργειά της όµως, που άφησε κατά µέρος τις ρετρό αναπολήσεις κι έσκισε τον φάκελο µ’ ένα χαρτοκόπτη. Η καρτ ποστάλ µε τη φωτογραφία του Σηκουάνα έφερε ένα αµυδρό χαµόγελο στο πρόσωπό της. Δεν χρειαζόταν καν να τη διαβάσει. Καθώς γνώριζε πως κάπου σε κείνο το τοπίο κρυβόταν ο Ντανιέλ. 
 
“We ’ll always have Paris” ανέγραφε η κάρτα και από κάτω, υπογραφή: D. Με ωραία καλλιγραφικά γράµµατα παλαιάς κοπής και µε µια ιδέα ανδρικής κολόνιας να εµφιλοχωρεί ανάµεσα στις λέξεις. Ο ωραίος Ντανιέλ! Που κάποτε στοίχειωσε τη συζυγική της συνείδηση. «Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε;» συλλογίστηκε η Ιουλία. «Σαράντα; Χριστέ µου!». Κι όµως, σαν να ‘ναι χθες που συναντιόντουσαν στο Φοντάνα Αµορόζα του Χίλτον µε τις φιλενάδες της και στη διπλανή πισίνα ο Γάλλος αναστάτωνε τις γυναικείες λίµπιντο µε το µικροσκοπικό του Speedo. «Χειµώνα και καλοκαίρι! Τι µαρτύριο ήταν αυτό Παναγία µου!» αναστέναξε η Ιουλία στη θύµηση εκείνων των φουσκοδεντριών. 
 
Τότε, στα πρώιµα 80’ς, ουδείς κατάλαβε τι ακριβώς έκανε ο 40χρονος Ντανιέλ Γκαµπέν στη Λευκωσία. Υποτίθεται ότι εµπορευόταν κρασιά αλλά στην πραγµατικότητα ξηµεροβραδιαζόταν στις δεξιώσεις των πρεσβειών και στα σαλόνια της αγγλόφωνης δεξιάς. Διατηρώντας όµως παράλληλα και εξαιρετικές σχέσεις µε τη νοµενκλατούρα της Αριστεράς, γεγονός που του προσέδιδε ακόµα περισσότερη γοητεία. Ένας ευκατάστατος Γάλλος playboy µε αριστερές ευαισθησίες. Με αυτά τα διαπιστευτήρια δεν υπήρχε γυναίκα που µπορούσε να του αντισταθεί. Εκτός από την Ιουλία Παλαιολόγου Ουίλσον.
 
Την φλέρταρε επίµονα και την πολιόρκησε ασφυκτικά ωστόσο εκείνη δεν κάµφθηκε. «Όσο και να σιχαίνοµαι τον Ουίλσον εγώ το τιµώ το στεφάνι µου» του ξεκαθάρισε κόβοντάς του τη φόρα. Και µόνο όταν συναντήθηκαν χρόνια µετά στο Παρίσι, το βράδυ της 9ης Νοεµβρίου 1989, επέτρεψε ν’ ανοίξει µια µικρή χαραµάδα στο τείχος που ύψωσε ανάµεσά τους. Ήταν µια φορτισµένη νύχτα. Το τείχος του Βερολίνου έπεφτε. Ο κόσµος τους όπως τον ήξεραν γκρεµιζόταν εκκωφαντικά. «Τώρα που αλλάζουν όλα έλα να ζήσουµε Ζουλί» την εκλιπάρησε. Είχε γονατίσει στο πεζοδρόµιο, ανάµεσα στο διερχόµενο πλήθος του βουλεβάρτου Saint Germain. «Αλλά φοβήθηκα. Δείλιασα…» σκέφτηκε η Ιουλία κοιτώντας λυπηµένα την καρτ ποστάλ.
 
Και να που βρέθηκε στο Παρίσι, τριάντα χρόνια µετά, από µια παρόρµηση της στιγµής. Παραµονή Πρωτοχρονιάς, σ’ ένα κοµψό ξενοδοχείο πίσω από την Avenue Montaigne. «Άλλες έχουν τάµα στους Αγίους Τάφους. Το δικό µου τάµα είναι στην Chanel» είπε στη φιλενάδα της την Μπουµπού η οποία ζει στη γαλλική πρωτεύουσα από τότε που αναδείχθηκε στην προεδρία ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν. Μαζί έφαγαν το µεσηµέρι στην αυλή του Hotel Costes  - «Από τα λίγα µέρη που απόµειναν σε αυτή την πόλη όπου δεν είναι ποινικό αδίκηµα το να είσαι πλούσιος και καπνιστής» της εξήγησε η παλιά της φιλενάδα. Μαζί δείπνησαν και στο Allard το βράδυ – «Ας έχει τουλάχιστο η χρονιά µια επίγευση Alain Ducasse» σχολίασε η Μπουµπού. «Έχεις νέα του Ντανιέλ;» ρώτησε η Ιουλία µετά τους ασπασµούς για το νέο χρόνο. «Ο Ντανιέλ πεθαίνει καλή µου» απάντησε στυφά η φίλη της και σιχτίρισε που δεν µπορούσε να συνοδεύσει µε ένα τσιγαράκι τη σαµπάνια της. 
 
Το διαµέρισµα του Ντανιέλ είχε µια συγκλονιστική θέα στην Rive Gauche. Εκείνος πάλι, έµοιαζε µε σκιά του παλιού εαυτού του. Αδυνατισµένος, µε λιγοστά µαλλιά κι ένα θαµπό βλέµµα που ακουµπούσε µε τρυφερότητα επάνω στην Ιουλία. «Είσαι εκθαµβωτική Ζουλί». «Είσαι αδιόρθωτος Ντανιέλ». «Ετοιµοθάνατος είµαι, αλλά χαίροµαι που σε βλέπω». «Λυπάµαι». «Ο γαµηµένος ο καρκίνος. Αν µη τι άλλο εγώ πρόλαβα να ζήσω…». Το υπονοούµενό του ήταν σαφές. Για όσα δεν έζησαν µαζί ή µάλλον για όλα εκείνα που δεν τόλµησαν να ζήσουν. Η Ιουλία έβγαλε από το χάρτινο κουτάκι το λαχταριστό Mont-Blanc του Centric Grolet και του το πρόσφερε. «Δεν υπάρχει ωραιότερο γλυκό στον κόσµο» παραδέχτηκε εκείνος «όµως εσύ έχεις τη γλύκα του κόσµου όλου!».
 
«Πες τα µου όλα και για όλους!». «Μα αυτοί που γνώριζες πέθαναν Ντανιέλ. Ο Σπύρος, ο Γλαύκος, ο Πάπης, ο Τάσσος…». «Πες µου τότε για τους επιγόνους». Απόµεινε για λίγο η Ιουλία σιωπηλή. Κι έπειτα στάθηκε µπροστά στο µεγάλο παράθυρο χαζεύοντας τον ποταµό που χανόταν µέσα στην οµίχλη. «Το Παρισάκι! Καµιά πόλη δεν συγκρίνεται µε το Παρισάκι» σκέφτηκε και χαµογέλασε αφηρηµένα. «Λοιπόν;» ρώτησε ο Ντανιέλ. «Δεν έχει κανένα νόηµα να σου πω για τους επιγόνους καλέ µου. Γιατί θα βαρεθείς φρικτά. Και γιατί δεν θα καταλάβεις πώς φτάσαµε στην τιτανοµαχία Ευθύµιου Δίπλαρου – Ανδρέα Κυπριανού ή στον Λόρδο Κυριάκο Κούσιο τροµάρα µας. Κανένα από αυτά τα πολιτικά ξέφτια δεν έχει σηµασία Ντανιέλ. Τουλάχιστο σήµερα…» είπε η Ιουλία καθώς τον πλησίασε κι ένωσε τα χείλη της µε τα δικά του.
 
ΜΙΑ ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ ΤΟΥ ΣΗΚΟΥΑΝΑ ΟΔΗΓΗΣΕ ΤΗΝ ΙΟΥΛΙΑ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ ΟΥΙΛΣΟΝ ΣΤΟ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΙΣΙ.
 
Φιλgood, τεύχος 255.
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...