To Top
00:13 Παρασκευή
3 Απριλίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Αντίο Τάκη
  18 Φεβρουαρίου 2020, 8:35 πμ  

Ένα άγγιγμα στο φέρετρο σαν χάδι, ένα τελευταίο τρυφερό βλέμμα, τα μαζεύεις και φεύγεις. Δεν θες ν’ ακούσεις κανένα «πλήρης ημερών», θα πρέπει ν’ απαντήσεις ότι τίποτα δεν «πληροί» το κενό της απουσίας που αφήνουν εκείνο το χαμόγελο, εκείνο το φως που σκορπούσε η παρουσία του. Αυτά θα σου λείπουν, απομεινάρια μιας βαθιά ανθρώπινης μακρόχρονης φιλίας. Να μιλήσεις θέλεις για τον Χριστάκη της Ευδόκας που, από την Πάχνα του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη, απ’ όπου θα φέρει μαζί του το κορίτσι της ψυχής του, τη γυναίκα της ζωής του, την Ειρήνη, κόρη του Σάββα Ζαβογιάννη, παράγοντα της παροικίας εκεί. Θα την κουβαλήσει με δύο παιδιά στο χωριό της εποχής εκείνης –βάζεις με το νου σου τι θα τράβηξε– κι αυτή θα τον συντρέξει και θα τον στηρίξει, δεξί του χέρι, σ’ όσα τον βρήκαν κοντά εξήντα χρόνια. Και να χαρούν συντροφεμένα τα δυο αγόρια και τα εγγόνια τους. Χαρά τους να μαζεύονται οι φίλοι σε γιορτές κι επετείους.

Ποιος τολμούσε τότε να αγγίξει την ψυχιατρική; Ο Τάκης Ευδόκας αλώνισε την Ευρώπη για σπουδές που θα τον χόρταιναν στη λαχτάρα του ν’ ανοίγει με το κλειδί της επιστημοσύνης ψυχές, να πετάει από 'κεί τη σαβούρα που τις κρατούσε πίσω, στο δρόμο για τον αληθινό εαυτό. Εκείνος τόλμησε, πρωτοπόρησε. Χωρίς ν’ αφήσει πίσω την έννοια του για τον τόπο, τα πιστεύω του για την πολιτική, την κοινωνία που κρατούσαν σιδεροδέσμια οι προκαταλήψεις, η άγνοια. Λοιδορήθηκε, κυνηγήθηκε, φυλακίστηκε, διώχθηκε, μα γι’ αυτά μίλησαν, μιλούν και θα μιλούν άλλοι. Εσύ ζώνεσαι τις όμορφες στιγμές που έτρεχες στο κάλεσμά του να διορθώσεις, να πεις μια γνώμη, να κυνηγήσεις τα γραφτά του ώς που να βγουν στο φως, να σκορπίσουν όσα εκείνος ήθελε να μοιραστεί. Ξαναζείς της λαχτάρα του να μοιραστεί μ’ όσο φως του έμενε πια και κάθε κομμάτι της φύσης, απ’ το περιβόλι του ώς τη θάλασσα που αγάπαγε. 

Δεκαετίες η Ειρήνη να οδηγεί τ’ αμάξι όπου εκείνος ήθελε, ταλαιπωρημένος από χίλια μύρια χτυπήματα υγείας, να ζει κάθε λεπτό του μαζί του όχι από χρέος, μόνο από ψυχή. Στην Πάχνα μπροστά στο τζάκι με τα μεζεδάκια και το κρασάκι που κι οι δυο λάτρευαν. Καράβια κι αεροπλάνα έγιναν για δεκαετίες σπίτι τους, ο πλανήτης δεν επιτρεπόταν να κρύβει μυστικά από τον Τάκη! Τον όργωσαν μαζί απ’ την παγωμένη βόρεια Αμερική ώς την Ανατολή και τη Δύση. Σε κάθε συνάντηση ν’ αναθυμάται εκείνος, να αφηγείται, να αστειεύεται, να σκορπά το γέλιο, να νιώθεις την αγάπη και την αλήθεια του σε κάθε λέξη του. Να σ’ εξερευνά, μ’ ένα «γεια» να σε διαβάζει ώς το κύτταρό σου. Αν έπρεπε να σε μαλώσει ή να σε παινέψει για τις αποφάσεις σου κι αν ήθελες τον άκουγες. Τον απασχολούσες, αυτή είναι η λέξη, όπως τον απασχολούσε το μέσα καθενός από τη λεγεώνα πολιτικών, επιστημόνων, που συνάντησε κι εξερεύνησε τα κίνητρα και τη δράση τους, ως τον πιο απλό ταλαιπωρημένο απ’ τη ζωή τα «αντρόσια» (έτσι έλεγε τις ιδέες που μας περνάνε οι άλλοι) που έβρισκε στο δρόμο του.

Σκύβεις μ’ όλο αυτό το φορτίο που φέρνει η μνήμη τέτοια ώρα, όχι σαν βάρος, όχι, μόνο σαν ακριβή κληρονομιά από ένα τέτοιο συναπάντημα ενός αληθινού φίλου. Αντίο Τάκη.

  Αλέκα Γράβαρη-Πρέκα   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...