To Top
16:46 Παρασκευή
21 Φεβρουαρίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Το βράδυ της θυσίας του Μάρκου Δράκου (εικόνες)
ΑΡΧΙΚΗΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΙΝΩΝΙΑ • Το βράδυ της θυσίας του Μάρκου Δράκου (εικόνες)
  18 Ιανουαρίου 2020, 10:01 πμ  

Σαν σήμερα το βράδυ, λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 18ης του Γενάρη 1957, έπεσε ηρωικά μαχόμενος στην ορεινή περιοχή ανατολικά της Ευρύχου, ο αθάνατος ήρωας της ΕΟΚΑ Μάρκος Δράκος. Ο γενναίος μαχητής της Ελευθερίας, που σε δύσκολη πορεία και υπό πρωτοφανή καταιγίδα, επικεφαλής ομάδας ανταρτών, πήρε τον δρόμο της αθανασίας όταν δέχτηκε βροχή σφαιρών από ενεδρεύοντες Άγγλους στρατιώτες. Η ομάδα, λίγο πριν εκπνεύσει το 1956, είχε καταφύγει στη Σολέα από τον Καλοπαναγιώτη, εξαιτίας σαρωτικών ερευνών του στρατού, που οφείλονταν σε προδοσία.

Προορισμός των ανταρτών το μοιραίο εκείνο βράδυ, το σπίτι της αγωνιστικής πολυμελούς οικογένειας Δημοσθένη και Αντιγόνης Σχίζα, στο χωριό Κατύδατα, κάτω από το μεταλλείο της Σκουριώτισσας. Μόνιμο καταφύγιο της ομάδας Δράκου οσάκις βρισκόταν στη Σολιά, με υπόγειο κρησφύγετο, αλλά και δυο άλλα στο ισόγειο, για την απόκρυψη των ανταρτών.

Εξήντα χρόνια από τότε, το ενδιαφέρον και η αγωνιστική διάθεση των πέντε παιδιών της οικογένειας Σχίζα (Αγνής, Λέλλας, Ανδρέα, Χλόης και Αίγλης) έχει μετατρέψει (ανακαινίσει και διαμορφώσει, ουσιαστικά, όπως ήταν) το μεγάλο αυτό αρχοντικό σε «Μουσείο Μάρκου Δράκου», προς τιμήν του αθάνατου ήρωα. Σ’ ένα χώρο, όπου ο επισκέπτης μπορεί να δει τα δύο κρησφύγετα, τα τραπέζια και τις καρέκλες που χρησιμοποιούσαν οι αντάρτες, τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα που έτρωγαν, τις λάμπες και το λουξ που τους φώτιζαν τα βράδια, τις φωτογραφίες τους, όπως και εκείνες του Διγενή και πολλών άλλων ηρώων. Ακόμα και τους τόμους αθηναϊκών περιοδικών, τα οποία ο Μάρκος Δράκος φρόντισε να δέσει με τα υποτυπώδη μέσα που διέθετε.

Είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ το Μουσείο, με συνοδό τη Λέλλα Σχίζα - Κοκκινίδου, ν’ ακούσω από πρώτο χέρι και να καταγράψω για λόγους Ιστορίας, το κάθε τι. Η διαμόρφωση του σπιτιού, με τις ονομασίες των διαφόρων χώρων σε ειδικές πλακέτες, όπως χρησιμοποιούνταν τότε (μονόχωρο, καμάρα, σέντε, ηλιακός, μαειρκό, σώσπιτο), τις παραδοσιακές καμάρες και τον πλούσιο εξοπλισμό του, με πανέμορφα κλασικά έπιπλα παλιών εποχών, σε συνδυασμό με τα όσα σχετίζονται με τον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59, μόνο συγκίνηση και δέος μού προκάλεσαν. Κι αν είναι να προτρέψω τον καθένα για κάτι, είναι να φροντίσει να ζήσει κι αυτός τα όσα εθνικά τονωτικά έζησα εγώ. Το Μουσείο θα είναι στη διάθεση τού οποιουδήποτε μετά από συνεννόηση με τα αδέλφια Σχίζα. Το μόνο που δεν θα δει ο επισκέπτης τώρα, είναι το σκέπασμα του υπόγειου κρησφυγέτου, του οποίου η κατασκευή προγραμματίζεται σύντομα.

Περισσότερα είναι νομίζω περιττά, αφού οι αναγνώστες του «Φιλελεύθερου» μπορούν να δουν πρώτοι τα πάντα, μέσα από τις φωτογραφίες μου. Μαζί με όλα τα στοιχεία, που συνιστούν την επαινετή, ιστορική, αυτή πρωτοβουλία. Να θυμίσω μόνο, ότι αύριο Κυριακή θα γίνει το ετήσιο μνημόσυνο του Μ. Δράκου, στον Άγιο Παύλο Λευκωσίας. Θ’ ακολουθήσει τρισάγιο στον τάφο του, στα Φυλακισμένα Μνήματα. 

Το βράδυ της θυσίας

Η Λέλλα Σχίζα – Κοκκινίδου ήταν στο πατρικό της, όταν το βράδυ της θυσίας του Μάρκου Δράκου –του «Ξάνθου», όπως ήταν το τελευταίο του ψευδώνυμο– τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας του κατέφυγαν εκεί, στα Κατύδατα Σολέας. Ήταν οι Νεόφυτος Σοφοκλέους (Πολυνείκης), Κώστας Λοΐζου (Μιαούλης), Σάββας Ταλιαδώρος (Κίτσιος) και Τεύκρος Λοΐζου (Βότσης). Ο λόγος αμέσως στην κυρία Λέλλα, για όσα δραματικά εκτυλίχθηκαν εκείνο το βράδυ:

«Τη νύχτα της θυσίας του Μάρκου, είχαμε πλαγιάσει με την αγωνία για το τι θα έκαναν οι εκατοντάδες στρατιώτες που είδα από το απόγευμα να κατευθύνονται, με 72 αυτοκίνητα, προς την Ευρύχου – Κακοπετριά. Είχαμε ιδιαίτερη αγωνία για την ομάδα του Δράκου, η οποία έλειπε το βράδυ εκείνο από το σπίτι. Πού πήγαν δεν γνωρίζαμε, ούτε αν και πότε θα επέστρεφαν. 

»Θα ήταν περασμένες οι 2:30 το πρωί του Σαββάτου 19 του Γενάρη 1957, όταν ξύπνησα από το συνθηματικό κτύπημα στην πόρτα του διπλανού προς την κύρια είσοδο υπνοδωματίου, όπου κοιμόμουν με την αδελφή μου Χλόη. Μαζί μας στο σπίτι και οι γονείς μας, όπως και ο αδελφός μας Ανδρέας, που κοιμούνταν στο ανώι. 

»Ακούοντας το σύνθημα ανασηκώθηκα αμέσως και είπα στη Χλόη "σήκου πάνω τζιαι ήρταν τα παιθκιά". Έτσι λέγαμε τους αντάρτες. Έτρεξα και άνοιξα, οπότε είδα μπροστά μου έναν άντρα καταβρεγμένο από πάνω μέχρι κάτω, με πηλωμένο το πρόσωπο και τα ρούχα, το δισάκι στη ράχη, όπλο στα χέρια και τα άρβυλά του κρεμασμένα στον ώμο! Με τη εμφάνιση αυτή και το ελάχιστο φως που υπήρχε την πολύ βροχερή εκείνη νύχτα, δεν τον κατάλαβα όταν μου είπε "εδώ ΕΟΚΑ". Του απάντησα "εγώ δεν ξέρω καμιάν ΕΟΚΑ", όμως την ίδια στιγμή ξεπετάχτηκε από το κρεβάτι η Χλόη και μου είπε "κόρη, εν ο Πολυνείκης!". Τον κατάλαβε από την ομιλία. Ξαφνιασμένη εγώ, του είπα "ου, συγγνώμη… συγγνώμη…", για να μου απαντήσει αμέσως ο "Πολυνείκης" Νεόφυτος Σοφοκλέους: "Είναι εντάξει! Πολύ σωστά ενήργησες".». 

«Όι, όι, αποκλείεται να εσκοτώθηκεν!»

Σε χρόνο ρεκόρ οι ένοικοι βρέθηκαν όλοι στο πόδι και σε λίγο, ήταν μαζί τους και οι υπόλοιποι αντάρτες: Οι Κώστας Λοΐζου, Σάββας Ταλιαδώρος και Τεύκρος Λοΐζου. Ο πρώτος ήταν στους ώμους του Ταλιαδώρου, αφού σφαίρες των Άγγλων που προορίζονταν για τον Δράκο, του τρύπησαν το ένα πόδι κατά τη μοιραία ενέδρα στην Ευρύχου. Έλειπε ο «Ξάνθος», ο Μάρκος Δράκος, γι’ αυτό και εύλογο αμέσως το ερώτημα του αγωνιστή Δημοσθένη:

- Ο «Ξάνθος» πού ένει;
- Δυστυχώς τον χάσαμε, είπε ο Σοφοκλέους. Εσκοτώθηκεν!
«Το τι επακολούθησε», συνέχισε η Κοκκινίδου, «δεν περιγράφεται. Όλοι τότε αρχίσαμε να κλαίμε. Στην περίπτωσή μου, το κλάμα συνοδεύονταν και από λόγια βγαλμένα από τα βάθη της ψυχής μου: 
- Όι, όι, αποκλείεται να σκοτώθηκεν ο Μάρκος, αποκλείεται!
Αυτό το επανέλαβα τρεις φορές οπότε, με κάπως επιτακτικό τόνο, ο Σοφοκλέους μου είπε: 
- Αφού σου είπα εσκοτώθηκεν! 

Παρόλον τούτο, εγώ επέμενα λέγοντας: «Πού ξέρετε, μπορεί να εν ζωντανός...», οπότε ο Σοφοκλέους μου θύμωσε και πάλι με δυνατή φωνή «αφού σου είπαμε εσκοτώθηκεν!».

»Ανείπωτη η συγκίνηση, ασταμάτητο το κλάμα και αμέτρητη η λύπη όλων εκείνο το βράδυ. Φροντίσαμε αμέσως για ζεστό νερό, προκειμένου να κάνουν μπάνιο οι αντάρτες και να φορέσουν καθαρά ρούχα του πατέρα και του αδελφού μου και να πλαγιάσουν. Ήταν τόσο κουρασμένοι. Και με τον Κ. Λοΐζου να έχει τις σφαίρες στο πόδι του. 

»Πρώτη μας λοιπόν δουλειά με το που ξημέρωσε, ήταν να φροντίσουμε να έρθει ο γιατρός Φοίβος Χατζηιωάννου, από την Ευρύχου, για να τον δει. Το γραπτό μήνυμα που του στείλαμε με τον αγωνιστή Τζοάννη, από τη Φλάσου, ήταν –για ευνόητους λόγους– ότι «Είναι πολύ άρρωστη η μάνα μας». Με βάση αυτό, ο γιατρός δεν ήρθε αμέσως, αλλά το απόγευμα. Εξέτασε τον Κώστα, του έβαλε μια ένεση για την αποφυγή μόλυνσης και είπε πως η περίπτωση χρειαζόταν χειρούργο. 

»Πράγματι, από το πρωί, για το σκοπό αυτό, είχε πάει στη Λευκωσία ο αδελφός μου Ανδρέας, ο οποίος επέστρεψε κάποια στιγμή με τον γιατρό Ιακωβίδη, με συνοδό την αγωνίστρια Ρίτα Καλλινίκου (Κουρούπη). Ο γιατρός Ιακωβίδης αφαίρεσε, χωρίς αναισθητικό, μια σφαίρα από το πόδι του Κώστα, όχι, όμως, και τις υπόλοιπες γιατί, όπως είπε, χρειαζόταν εγχείρηση, αλλά δεν θα είναι πρόβλημα αν έμεναν και αφαιρούνταν μετά τη λήξη του αγώνα. Τελικά βέβαια, ο ήρωας Κώστας τις πήρε στον τάφο, αφού βρήκε πολύ επώδυνο και μαρτυρικό θάνατο, από εκτεταμένα εγκαύματα τα οποία υπέστη κατά την πυρπόληση του αστυνομικού σταθμού Κάμπου, το βράδυ της 30ής Σεπτεμβρίου 1958. Έμεινε, σπαράζοντας στο κρεβάτι από τους πόνους λόγω εκτεταμένης μόλυνσης, 26 δραματικά μερόνυχτα. 

Το δωμάτιο των ανταρτών

Το δωμάτιο που έμεναν οι αντάρτες, όπου και το υπόγειο κρησφύγετο. Στο δωμάτιο υπήρχαν τρία κρεβάτια, όπου κοιμούνταν ο Μάρκος Δράκος και οι σύντροφοί του. Ο χώρος είχε διαμορφωθεί τότε σε κρεβατοκάμαρα, ειδικά για τους αγωνιστές. Τα μέλη της οικογένειας Σχίζα πλάγιαζαν σε διπλανό προς την είσοδο, με χωριστή πόρτα, δωμάτιο, όπως και στο ανώι. 

Στη μέση του δωματίου των ανταρτών στηνόταν κάθε μέρα το τραπέζι, όπου, οικογένεια και αγωνιστές, έτρωγαν όλοι μαζί. Καλυμμένοι πίσω από την παλιά πόρτα της εποχής, χωρίς γυαλιά και παράθυρα, όπως η σημερινή. Και κλειδωμένη πάντα, με τη γνωστή μεγάλη κλειδαριά και πλήρως ασφαλής, με το χοντρό «ρομανίσι».

Στους τοίχους σήμερα, φωτογραφίες αγωνιστών και ηρώων της ΕΟΚΑ, με επίκεντρο τη φωτογραφία του Δράκου και του Διγενή.

Γενναίος μαχητής ο Κώστας Λοΐζου

»Δεν θα ξεχάσω, πόσο δυνατός και γενναίος ήταν ο Κώστας Λοΐζου. Είχε σφαίρες στο πόδι, αλλά σαν να μην του συνέβαινε τίποτε! Δεν τον ακούσαμε μια φορά να πει «πονώ» Ήταν πραγματικό λιοντάρι. Όσο για τον χαρακτήρα του, ήταν καλοσυνάτος, πάντα γελαστός, γι’ αυτό και το φωνάζαμε «ο Κωστής, το γελαστό παιδί».

»Περνούσαμε με τους αντάρτες σαν μια οικογένεια. Όλη μέρα και τις νύχτες ως αργά, καθόμαστε όλοι μαζί. Τρώγαμε στο ίδιο τραπέζι, κουβεντιάζαμε, κάναμε αστεία, γελούσαμε, διαβάζαμε, τραγουδούσαμε… Η μεταξύ μας οικειότητα, ήταν χωρίς προηγούμενο. Σχολίαζαν, θυμάμαι, σε κάθε περίπτωση οι αντάρτες τα γεγονότα που γίνονταν στην Κύπρο και ακούαμε από το ραδιόφωνο, αλλά μας έκαναν και ιστορίες από τις οικογένειες και τα χωριά τους. Το πειραχτήρι της παρέας ήταν ο αείμνηστος Κώστας. Μια μέρα, ο πατέρας Δημοσθένης είπε πως ήθελε να περιφράξει το περιβόλι μας, οπότε ο Κώστας έστειλε τον αδελφό μας Ανδρέα στο σιδηρουργείο που διατηρούσε στη Λευκωσία προτού καταζητηθεί, με έγγραφη εντολή στο συνέταιρό του Κώστα Σιαμαήλα, να τα ετοιμάσει με βάση τα μέτρα που λήφθηκαν. Έτσι κι έγινε. Μέσα σε λίγες μέρες τα κάγκελα μεταφέρθηκαν στα Κατύδατα, αλλά έμειναν αχρησιμοποίητα και θα παραμείνουν πάντα ενθύμιο από τον ήρωα Λοΐζου, ο οποίος, βέβαια, αρνήθηκε κατηγορηματικά να πληρωθεί για την κατασκευή».

Ραφάκια με χαλλούμια κάλυπταν το κρησφύγετο!

Στον τοίχο, που κτίστηκε ειδικά και χώριζε το σώσπιτο από το δεύτερο κρησφύγετο, υπήρχε ένα παραθυράκι σε κάποιο ύψος από τη γη, όπου ήταν και η είσοδος του κρησφυγέτου. Για παραπλάνηση, στο παραθυράκι υπήρχαν ξύλινα ραφάκια, τα οποία έκρυβαν την είσοδο. Στα ραφάκια υπήρχαν φίζες και μπουκάλες γεμάτες με χαλλούμια και άλλα είδη, ώστε η εικόνα που δινόταν, ήταν πως επρόκειτο για συνηθισμένη εσοχή στον τοίχο (θυρίδα), που την αξιοποιούσαν με τα ραφάκια! Όταν παρόμοια κρησφύγετα ανακαλύφθηκαν σε άλλες περιοχές, κατασκευάστηκε το τρίτο κρησφύγετο, που ήταν οπή στη βάση του δεύτερου κρησφυγέτου και εκσκαφή προς το διπλανό δωμάτιο όπου έμεναν οι αντάρτες. Για την εκσκαφή εργάστηκαν μέλη της οικογένειας Σχίζα και αντάρτες, με φως από λάμπα ασετυλίνης (καλπαγιού). Το χώμα που έβγαζαν το σκόρπιζαν στο διπλανό περιβόλι και το άπλωναν με νερό, για ευνόητους λόγους. 

]Το κτίσιμο του τοίχου για το πρώτο κρησφύγετο έκαμε ο αγωνιστής Παναγιώτης Χρυσάνθου, από τον Καλοπαναγιώτη, τον οποίο είχε στείλε ειδικά η ΕΟΚΑ. Πέθανε μόλις πρόσφατα, σε ηλικία 94 χρονών.

ΑΥΡΙΟ: Προδότης, χωρίς μάσκα, υποδεικνύει στους Άγγλους το κρησφύγετο του Μάρκου Δράκου. Η οικογένεια Δ. Σχίζα στα κρατητήρια, το δε σπίτι τους έρμαιο λεηλασίας και κλοπών! 

  Ρεπορτάζ - Φωτογραφίες: Νίκος Παπαναστασίου   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...